Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kameramann
01
κινηματογραφιστής, κάμεραμαν
Die Person, die eine Kamera bei Film- oder Videoaufnahmen bedient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Kameramänner
αρσενικό ενικό
Kameramann
θηλυκό ενικό
Kamerafrau
neutral form
Kameraperson
γενική πτώση
Kameramanns
Παραδείγματα
Der Kameramann filmt die Szene aus verschiedenen Blickwinkeln.
Ο καμεραμάν γυρίζει τη σκηνή από διαφορετικές γωνίες.



























