das Kamel

Ορισμός και σημασία του "kamel"στα γερμανικά

01

καμήλα, δρομάδα

Ein großes Säugetier mit Höckern, das in Wüsten lebt und lange ohne Wasser auskommen kann
das Kamel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Kamels
πληθυντικός τύπος
Kamele
Παραδείγματα
Kinder ritten auf einem Kamel am Strand.
Τα παιδιά έκαναν βόλτα σε μια καμήλα στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store