das kamel
ka
ˈka:
ka
mel
məl
mēl
kabel

Ορισμός και σημασία του "kamel"στα γερμανικά

01

καμήλα, δρομάδα

Ein großes Säugetier mit Höckern, das in Wüsten lebt und lange ohne Wasser auskommen kann 
das Kamel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Kamele
γενική πτώση
Kamels
Παραδείγματα
Das Kamel trägt schwere Lasten durch die Wüste. 

Η καμήλα μεταφέρει βαρέα φορτία μέσα από την έρημο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store