die irreführung
irreführung
ɪʁəfy:ʁʊng
irēfyroong

Ορισμός και σημασία του "irreführung"στα γερμανικά

Die Irreführung
01

παραπλάνηση, εξαπάτηση

Das absichtliche Täuschen oder Verwirren 
die Irreführung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Irreführung
Παραδείγματα
Irreführung kann rechtliche Folgen haben. 

Η παραπλάνηση μπορεί να έχει νομικές συνέπειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store