der hinterhof
hinterhof
hɪntɐho:f
hinthof

Ορισμός και σημασία του "hinterhof"στα γερμανικά

01

πίσω αυλή, αυλή στο πίσω μέρος

Ein meist umzäunter oder ummauerter Bereich hinter einem Gebäude 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hinterhöfe
γενική πτώση
Hinterhofs
Παραδείγματα
Die Kinder spielen im Hinterhof Fußball. 

Τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο στην αυλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hinterhof

hinter

+

hof

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store