die handlungsweise
handlungsweise
handlʊngsvaɛ̯zə
handloongsvaezē

Ορισμός και σημασία του "handlungsweise"στα γερμανικά

Die Handlungsweise
01

τρόπος δράσης, συμπεριφορά

Die Art und Weise, wie jemand handelt oder sich verhält 
die Handlungsweise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Handlungsweisen
γενική πτώση
Handlungsweise
Παραδείγματα
Seine Handlungsweise war sehr respektvoll. 

Ο τρόπος δράσης του ήταν πολύ σεβαστός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store