Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Handlung
[gender: feminine]
01
δράση, πράξη
Eine Tat oder das, was jemand tut
Παραδείγματα
Gute Handlung führt oft zu positiven Ergebnissen.
Η δράση συχνά οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δράση, πράξη