der Halbkreis

Ορισμός και σημασία του "halbkreis"στα γερμανικά

Der Halbkreis
[gender: masculine]
01

ημικύκλιο, μισός κύκλος

durch Halbierung eines Kreises entstehende, bogenförmige geometrische Figur
der Halbkreis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Halbkreises
πληθυντικός τύπος
Halbkreise
Παραδείγματα
Der Architekt nutzte den Halbkreis als zentrales Gestaltungselement, um dem Gebäude eine harmonische und offene Form zu geben.
Ο αρχιτέκτονας χρησιμοποίησε τον ημικύκλιο ως κεντρικό στοιχείο σχεδιασμού για να δώσει στο κτίριο μια αρμονική και ανοιχτή μορφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store