Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Glaubensfreiheit
[gender: feminine]
01
θρησκευτική ελευθερία, ελευθερία της πίστης
Das Recht, eine Religion frei zu wählen, zu praktizieren oder nicht zu glauben
Παραδείγματα
Glaubensfreiheit ist ein wichtiges Menschenrecht.
Η ελευθερία της θρησκείας είναι ένα σημαντικό ανθρώπινο δικαίωμα.


























