Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gesellschaftsspiel
01
κοινωνικό παιχνίδι
Ein Spiel, das meistens in einer Gruppe gespielt wird und der Unterhaltung dient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gesellschaftsspiels
πληθυντικός τύπος
Gesellschaftsspiele
Παραδείγματα
Gesellschaftsspiele sind eine tolle Möglichkeit, Zeit miteinander zu verbringen.
Τα κοινωνικά παιχνίδια είναι ένας υπέροχος τρόπος να περάσετε χρόνο μαζί.



























