die fußmatte
fuß
ˈfʊs
foos
ma
ma
ma
tte

Ορισμός και σημασία του "fußmatte"στα γερμανικά

01

χαλάκι πόρτας, πατάκι εισόδου

eine Matte, die vor der Tür liegt, um Schmutz von den Schuhen abzuwischen 
die Fußmatte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fußmatten
γενική πτώση
Fußmatte
Παραδείγματα
Die Fußmatte ist braun. 

Το χαλάκι της πόρτας είναι καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store