Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fußboden
[gender: masculine]
01
πάτωμα, δάπεδο
Die begehbare Fläche eines Raumes, auf der man steht oder geht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Fußbodens
πληθυντικός τύπος
Fußböden
Παραδείγματα
Auf dem Fußboden liegt ein großer Teppich.
Στο πάτωμα βρίσκεται ένα μεγάλο χαλί.
Λεξικό Δέντρο
fußboden
fuß
boden



























