der fußboden
fuß
ˈfʊs
φουσ
boden
ˌbo:dn
μποντν

Ορισμός και σημασία του "fußboden"στα γερμανικά

01

πάτωμα, δάπεδο

Die begehbare Fläche eines Raumes, auf der man steht oder geht 
der Fußboden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fußböden
γενική πτώση
Fußbodens
Παραδείγματα
Der Fußboden ist aus Holz und sehr glatt. 

Το πάτωμα είναι από ξύλο και πολύ λείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fußboden

fuß

+

boden

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store