das fachwerk
fachwerk
faχvɛʁk
fakhverk
fahrwerk

Ορισμός και σημασία του "fachwerk"στα γερμανικά

01

ξύλινο πλαίσιο, ξύλινη κατασκευή

Eine Bauweise mit einem Holzgerüst, das mit anderen Materialien ausgefüllt wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Fachwerke
γενική πτώση
Fachwerks
Παραδείγματα
Das alte Haus hat ein schönes Fachwerk. 

Το παλιό σπίτι έχει έναν όμορφο ξύλινο σκελετό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store