der blinddarm
blind
ˈblɪnt
μπλιντ
darm
daʁm
νταρμ

Ορισμός και σημασία του "blinddarm"στα γερμανικά

01

απόφυση, τυφλό έντερο

ein kleiner Teil des Dickdarms, der am Ende des Dünndarms liegt 
der Blinddarm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Blinddärme
γενική πτώση
Blinddarms
Παραδείγματα
Der Blinddarm ist ein Teil des Verdauungssystems. 

Το σκωληκοειδές απόφυμα είναι μέρος του πεπτικού συστήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

blinddarm

blind

+

darm

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store