der Blinddarm

Ορισμός και σημασία του "blinddarm"στα γερμανικά

01

απόφυση, τυφλό έντερο

ein kleiner Teil des Dickdarms, der am Ende des Dünndarms liegt
der Blinddarm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Blinddarms
πληθυντικός τύπος
Blinddärme
Παραδείγματα
Manchmal verursacht der Blinddarm keine Symptome und bleibt unbemerkt.
Η σκωληκοειδής απόφυση μερικές φορές δεν προκαλεί συμπτώματα και παραμένει απαρατήρητη.

Λεξικό Δέντρο

blinddarm

blind

+

darm

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store