Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Benutzeroberfläche
01
διεπαφή χρήστη, γραφική διεπαφή χρήστη
Der sichtbare Teil eines Programms oder Systems, mit dem der Nutzer interagiert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Benutzeroberfläche
πληθυντικός τύπος
Benutzeroberflächen
Παραδείγματα
Man kann die Sprache der Benutzeroberfläche ändern.
Μπορείτε να αλλάξετε τη γλώσσα της διεπαφής χρήστη.



























