die auffassungsgabe
auffassungsgabe
aʊ̯fasʊngsga:bɐ
αουφασουνγκσγκαμπ

Ορισμός και σημασία του "auffassungsgabe"στα γερμανικά

Die Auffassungsgabe
01

ικανότητα κατανόησης, αντιληπτική ικανότητα

Die Fähigkeit, schnell zu verstehen 
die Auffassungsgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auffassungsgabe
Παραδείγματα
Sie hat eine gute Auffassungsgabe. 

Έχει καλή ικανότητα κατανόησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store