Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zeitmangel
[gender: masculine]
01
έλλειψη χρόνου, έλλειψη χρόνου
Das Fehlen von genügend Zeit
Παραδείγματα
Aufgrund von Zeitmangel fiel das Meeting aus.
Λόγω έλλειψης χρόνου, η συνάντηση ακυρώθηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έλλειψη χρόνου, έλλειψη χρόνου