Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schönheitsschlaf
01
ύπνος ομορφιάς, ξεκούραση για την ομορφιά
Der Schlaf, der dazu beiträgt, schön und erholt auszusehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schönheitsschlaf(e)s
πληθυντικός τύπος
Schönheitsschläfe
Παραδείγματα
Frühes Schlafengehen sorgt für besseren Schönheitsschlaf.
Το να πηγαίνεις νωρίς για ύπνο εξασφαλίζει καλύτερο ύπνο ομορφιάς.



























