motiviert
Pronunciation
/mˌoːtiːvˈiːɾt/

Ορισμός και σημασία του "motiviert"στα γερμανικά

01

παρακινημένος, αποφασισμένος

Will etwas tun und strengt sich dafür an
motiviert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am motiviertesten
συγκριτικός βαθμός
motivierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ein gutes Ziel macht mich motiviert.
Ένας καλός στόχος με κάνει παρακινημένο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store