motiviert
motiviert
moti:vi:ɐt
motivit

Ορισμός και σημασία του "motiviert"στα γερμανικά

01

παρακινημένος, αποφασισμένος

Will etwas tun und strengt sich dafür an 
motiviert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am motiviertesten
συγκριτικός βαθμός
motivierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Einstellung, Arbeit, Lernen
Παραδείγματα
Sie ist sehr motiviert, Deutsch zu lernen. 

Είναι πολύ παρακινημένη να μάθει γερμανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store