Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einwegbecher
01
απορρίψιμο ποτήρι, μονής χρήσης ποτήρι
Ein Becher, der nur einmal benutzt und dann weggeworfen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einwegbecher
γενική πτώση
Einwegbechers
Παραδείγματα
Auf dem Festival wurden nur Einwegbecher verwendet.
Στο φεστιβάλ χρησιμοποιήθηκαν μόνο χάρτινα ποτήρια.
LanGeek



























