Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nervenwrack
01
νευρικό ναυάγιο, δέσμη νεύρων
Ein Mensch, der ständig nervös, angespannt oder überreizt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wrack(e)s
πληθυντικός τύπος
Wracks/Wracke
Παραδείγματα
Nach der stressigen Woche fühlte ich mich wie ein Nervenwrack.
Μετά την αγχωτική εβδομάδα, αισθάνθηκα σαν νευρικό συντρίμμι.



























