Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hineinschnuppern
01
δοκιμάζω, ριχνω μια ματια
Informell und kurz etwas ausprobieren oder kennenlernen, oft ohne Verpflichtung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hinein
βασικό ρήμα
schnuppern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schnuppere hinein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schnuppert hinein
ενεστώτα μετοχή
hineinschnuppernd
απλός αόριστος
schnupperte hinein
παθητική μετοχή
hineingeschnuppert
Παραδείγματα
Er schnupperte in die Küche hinein – und kochte nie wieder.
Αυτός δοκίμασε την κουζίνα – και δεν μαγείρεψε ποτέ ξανά.



























