abwärtsgehen
abwärtsgehen
apvɛɐ̯tsge:ən
apvetsgeēn

Ορισμός και σημασία του "abwärtsgehen"στα γερμανικά

abwärtsgehen
01

επιδεινώνεται, υποβαθμίζεται

Eine negative Entwicklung nehmen 
abwärtsgehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
abwärts
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe abwärts
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht abwärts
ενεστώτα μετοχή
abwärtsgehend
απλός αόριστος
ging abwärts
παθητική μετοχή
abwärtsgegangen
Παραδείγματα
Sein Gesundheitszustand geht langsam abwärts. 

Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται αργά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store