Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abwärtsgehen
01
επιδεινώνεται, υποβαθμίζεται
Eine negative Entwicklung nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
abwärts
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe abwärts
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht abwärts
ενεστώτα μετοχή
abwärtsgehend
απλός αόριστος
ging abwärts
παθητική μετοχή
abwärtsgegangen
Παραδείγματα
Ohne Pflege geht der Zustand des Gebäudes abwärts.
Χωρίς συντήρηση, η κατάσταση του κτιρίου επιδεινώνεται.



























