Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Konzentrat
01
συμπύκνωμα, εκχύλισμα
Eine eingedickte Substanz, der Wasser oder andere Bestandteile entzogen wurden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Konzentrate
γενική πτώση
Konzentrat(e)s
Παραδείγματα
Das Konzentrat wurde auch in Babymilch verwendet.
Το συμπύκνωμα χρησιμοποιήθηκε επίσης στο γάλα για βρέφη.
LanGeek



























