Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Schaubild
01
διάγραμμα, γράφημα
Eine grafische Darstellung von Informationen, Daten oder Zusammenhängen zur visuellen Veranschaulichung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Schaubilder
γενική πτώση
Schaubild(e)s
Παραδείγματα
Das Schaubild zeigt die Bevölkerungsentwicklung.
Το διάγραμμα δείχνει τις τάσεις του πληθυσμού.
LanGeek



























