Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entdeckt werden
01
να ανακαλυφθεί
Zu sein, etwas zum ersten Mal gefunden oder sichtbar gemacht zu werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
decken
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
werde entdeckt
γ΄ ενικό πρόσωπο
wird entdeckt
ενεστώτα μετοχή
entdeckt werdend
απλός αόριστος
entdeckt wurde
παθητική μετοχή
entdeckt worden
Παραδείγματα
Das neue Element wurde von Wissenschaftlern entdeckt.
Το νέο στοιχείο ανακαλύφθηκε από επιστήμονες.



























