Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gegenüberliegend
01
απέναντι, αντίθετος
Etwas, das sich direkt auf der anderen Seite befindet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das gegenüberliegende Haus hat rote Fensterläden.
Το απέναντι σπίτι έχει κόκκινες παντζούρες.



























