Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gegenüberliegend
01
απέναντι, αντίθετος
Etwas, das sich direkt auf der anderen Seite befindet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die gegenüberliegende Straßenseite ist gesperrt.
Η αντίθετη πλευρά του δρόμου είναι κλειστή.



























