Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gelegenheitsjob
01
προσωρινή εργασία, περιστασιακή εργασία
Eine vorübergehende oder unregelmäßige Beschäftigung, oft ohne langfristige Vertragsbindung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gelegenheitsjobs
γενική πτώση
Gelegenheitsjobs
Παραδείγματα
Er verdient sich mit Gelegenheitsjobs etwas dazu.
Κερδίζει κάποια επιπλέον χρήματα με περιστασιακές δουλειές.
LanGeek



























