der gelegenheitsjob
ge
γκα
lege
ˈle:g
λεγκ
nheits
nhaɪ̯t͡s
νχαιτσ
job
ˌjɔp
γοπ

Ορισμός και σημασία του "gelegenheitsjob"στα γερμανικά

Der Gelegenheitsjob
01

προσωρινή εργασία, περιστασιακή εργασία

Eine vorübergehende oder unregelmäßige Beschäftigung, oft ohne langfristige Vertragsbindung 
der Gelegenheitsjob definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gelegenheitsjobs
γενική πτώση
Gelegenheitsjobs
Παραδείγματα
Er verdient sich mit Gelegenheitsjobs etwas dazu. 

Κερδίζει κάποια επιπλέον χρήματα με περιστασιακές δουλειές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store