Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bundesfreiwilligendienst
01
Ομοσπονδιακή Εθελοντική Υπηρεσία, Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Εθελοντισμού
Ein staatlich gefördertes Programm in Deutschland, das Freiwilligen ermöglicht, sich sozial, ökologisch oder kulturell zu engagieren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bundesfreiwilligendienst(e)s
πληθυντικός τύπος
Bundesfreiwilligendienste
Παραδείγματα
Sie leistet ihren Bundesfreiwilligendienst in einem Altenheim.
Αυτή εκτελεί την ομοσπονδιακή εθελοντική της υπηρεσία σε ένα γηροκομείο.



























