Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dahinterstecken
01
να είσαι πίσω από κάτι, να είσαι η αιτία κάτι
Die Ursache oder treibende Kraft hinter einer Handlung oder Situation sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
dahinter
βασικό ρήμα
stecken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stecke dahinter
γ΄ ενικό πρόσωπο
steckt dahinter
ενεστώτα μετοχή
dahintersteckend
απλός αόριστος
steckte dahinter
παθητική μετοχή
dahintergesteckt
Παραδείγματα
Hinter dem Angriff steckt eine ausländische Macht.
Πίσω από την επίθεση dahinterstecken μια ξένη δύναμη.



























