der nutzer
nut
ˈnʊt
νουτ
zer
σ

Ορισμός και σημασία του "nutzer"στα γερμανικά

01

χρήστης, χρήστρια

Eine Person, die ein Gerät, System oder Dienstleistung aktiv verwendet 
der Nutzer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nutzer
αρσενικό ενικό
Nutzer
θηλυκό ενικό
Nutzerin
neutral form
Nutzende
γενική πτώση
Nutzers
Παραδείγματα
Jeder Nutzer muss ein Passwort erstellen. 

Κάθε χρήστης πρέπει να δημιουργήσει έναν κωδικό πρόσβασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store