die übung
übung
y:bʊng
yboong

Ορισμός και σημασία του "übung"στα γερμανικά

01

άσκηση, προπόνηση

Eine Aufgabe zum Lernen oder Trainieren 
die Übung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Übungen
γενική πτώση
Übung
Παραδείγματα
Ich mache jeden Tag eine Übung für Deutsch. 

Κάνω μια άσκηση για τα γερμανικά κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store