die Übung
Pronunciation
/ˈyːbʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "übung"στα γερμανικά

Die Übung
[gender: feminine]
01

άσκηση, προπόνηση

Eine Aufgabe zum Lernen oder Trainieren
die Übung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Übung
πληθυντικός τύπος
Übungen
Παραδείγματα
Die Übung verbessert deine Sprachkenntnisse.
Η άσκηση βελτιώνει τις γλωσσικές σου δεξιότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store