die überzeugung
ü
ˈy:
υ
ber
μπ
zeu
ˌtsɔɪ̯
τσοϊ
gung
gʊng
γκουνγκ

Ορισμός και σημασία του "überzeugung"στα γερμανικά

Die Überzeugung
01

πεποίθηση, σταθερή πίστη

Eine feste Meinung oder Glaube, dass etwas wahr ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Überzeugungen
γενική πτώση
Überzeugung
Παραδείγματα
Er hat die Überzeugung, dass Ehrlichkeit wichtig ist. 

Έχει την πεποίθηση ότι η ειλικρίνεια είναι σημαντική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store