Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überweisen
01
μεταφέρω, πραγματοποιώ μεταφορά
Geld von einem Konto auf ein anderes schicken
Παραδείγματα
Er hat falsch überwiesen.
Έκανε μεταφορά λανθασμένα.
02
αναφέρω, μεταφέρω
Einen Patienten in ein anderes Krankenhaus schicken
Παραδείγματα
Ich wurde zum Röntgen überwiesen.
Μου έγινε παραπομπή για ακτινογραφία.


























