Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überweisen
01
μεταφέρω, πραγματοποιώ μεταφορά
Geld von einem Konto auf ein anderes schicken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überweise
γ΄ ενικό πρόσωπο
überweist
ενεστώτα μετοχή
überweisend
απλός αόριστος
überwies
παθητική μετοχή
überwiesen
Παραδείγματα
Er hat falsch überwiesen.
Έκανε μεταφορά λανθασμένα.
02
αναφέρω, μεταφέρω
Einen Patienten in ein anderes Krankenhaus schicken
Παραδείγματα
Ich wurde zum Röntgen überwiesen.
Μου έγινε παραπομπή για ακτινογραφία.



























