überweisen
überweisen
y:bɐvaɛ̯zn
ybvaezn

Ορισμός και σημασία του "überweisen"στα γερμανικά

überweisen
01

μεταφέρω, πραγματοποιώ μεταφορά

Geld von einem Konto auf ein anderes schicken 
überweisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überweise
γ΄ ενικό πρόσωπο
überweist
ενεστώτα μετοχή
überweisend
απλός αόριστος
überwies
παθητική μετοχή
überwiesen
Παραδείγματα
Ich überweise dir das Geld morgen. 

Θα σου μεταφέρω τα χρήματα αύριο.

02

αναφέρω, μεταφέρω

Einen Patienten in ein anderes Krankenhaus schicken 
Παραδείγματα
Der Arzt überweist ihn zum Spezialisten. 

Ο γιατρός τον παραπέμπει στον ειδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store