überzeugt
Pronunciation
/yːbɐˈʦɔɪ̯kt/

Ορισμός και σημασία του "überzeugt"στα γερμανικά

überzeugt
01

πεπεισμένος, βεβαιωμένος

Fest von etwas glauben oder sicher sein
überzeugt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überzeugtesten
συγκριτικός βαθμός
überzeugter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Bist du überzeugt von diesem Plan?
Είσαι πεπεισμένος για αυτό το σχέδιο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store