überzeugend

Ορισμός και σημασία του "überzeugend"στα γερμανικά

überzeugend
01

πειστικός,επιβλητικός, مجاب‌کننده

Dass etwas glaubwürdig und einleuchtend ist
überzeugend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überzeugendsten
συγκριτικός βαθμός
überzeugender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Überzeugende Beweise sind wichtig vor Gericht.
Τα πειστικά στοιχεία είναι σημαντικά στο δικαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store