Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überzeugen
01
πείθω
Jemandem klarmachen, dass eine Meinung oder Idee richtig oder gut ist
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
zeugen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überzeuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
überzeugt
ενεστώτα μετοχή
überzeugend
απλός αόριστος
überzeugte
παθητική μετοχή
überzeugt
Παραδείγματα
Er überzeugt sie von seiner Idee.
Πείθω την πείθει για την ιδέα του.
02
πείθω τον εαυτό μου, πείθομαι
Sich selbst Klarheit über etwas verschaffen und davon überzeugt sein
Παραδείγματα
Er überzeugt sich von der Wahrheit der Nachricht.
Αυτός πείθει τον εαυτό του για την αλήθεια της είδησης.



























