die überweisung
überweisung
y:bɐvaɪ̯sʊng
ybvaisoong

Ορισμός και σημασία του "überweisung"στα γερμανικά

Die Überweisung
01

μεταφορά, χρηματική μεταφορά

Das Senden von Geld von einem Konto auf ein anderes 
die Überweisung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Überweisungen
γενική πτώση
Überweisung
Παραδείγματα
Ich habe die Miete per Überweisung bezahlt. 

Πλήρωσα το ενοίκιο με τραπεζική μεταφορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store