überwachen
überwachen
y:bɐvaxn
ybvakhn
überkochenüberbuchen

Ορισμός και σημασία του "überwachen"στα γερμανικά

überwachen
01

παρακολουθώ, εποπτεύω

Etwas oder jemanden genau beobachten und kontrollieren 
überwachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
wachen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überwache
γ΄ ενικό πρόσωπο
überwacht
ενεστώτα μετοχή
überwachend
απλός αόριστος
überwachte
παθητική μετοχή
überwacht
Παραδείγματα
Die Polizei überwacht das Gebäude rund um die Uhr. 

Η αστυνομία παρακολουθεί το κτίριο όλο το εικοσιτετράωρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store