Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überwachen
01
παρακολουθώ, εποπτεύω
Etwas oder jemanden genau beobachten und kontrollieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
wachen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überwache
γ΄ ενικό πρόσωπο
überwacht
ενεστώτα μετοχή
überwachend
απλός αόριστος
überwachte
παθητική μετοχή
überwacht
Παραδείγματα
Man muss gefährliche Maschinen ständig überwachen.
Οι επικίνδυνες μηχανές πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς.



























