Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übertreten
01
παραβαίνω, παραβιάζω
Gegen eine Regel, ein Gesetz oder eine Vorschrift verstoßen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übertrete
γ΄ ενικό πρόσωπο
übertritt
ενεστώτα μετοχή
übertretend
απλός αόριστος
übertrat
παθητική μετοχή
übertreten
Παραδείγματα
Er hat die Anordnung übertreten.
Παραβίασε τη διάταξη.
02
εξεγείρομαι, επανίσταμαι
Sich gegen etwas erheben oder rebellieren
Παραδείγματα
Die Bevölkerung übertrat gegen die Regierung.
Ο πληθυσμός εξεγέρθηκε κατά της κυβέρνησης.
03
μεταστρέφομαι, προσχωρώ σε
Zu einer anderen Gruppe, Religion oder Organisation wechseln
Παραδείγματα
Er ist zum Islam übergetreten.
Έχει ασπαστεί το Ισλάμ.



























