Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Überstunde
[gender: feminine]
01
ώρα υπερωρίας, υπερωριακή ώρα
Eine Stunde Arbeit, die über die reguläre Arbeitszeit hinausgeht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Überstunde
πληθυντικός τύπος
Überstunden
Παραδείγματα
Heute mache ich keine Überstunden.
Σήμερα δεν κάνω υπερωρίες.
Λεξικό Δέντρο
überstunde
über
stunde



























