Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übersichtlich
01
σαφής, καλά οργανωμένος
So gestaltet oder angeordnet, dass man etwas leicht erfassen und verstehen kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am übersichtlichsten
συγκριτικός βαθμός
übersichtlicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die App hat eine übersichtliche Benutzeroberfläche.
Η εφαρμογή έχει σαφή διεπαφή χρήστη.



























