Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überprüfen
01
ελέγχω, επιβεβαιώνω
Etwas erneut oder genau prüfen, um Fehler zu finden oder die Richtigkeit zu bestätigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
prüfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überprüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
überprüft
ενεστώτα μετοχή
überprüfend
απλός αόριστος
überprüfte
παθητική μετοχή
überprüft
Παραδείγματα
Die Polizei überprüft seine Personalien.
Η αστυνομία ελέγχει τα προσωπικά του στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
überprüfen
über
prüfen



























