Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überprüfen
01
ελέγχω, επιβεβαιώνω
Etwas erneut oder genau prüfen, um Fehler zu finden oder die Richtigkeit zu bestätigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
prüfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überprüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
überprüft
ενεστώτα μετοχή
überprüfend
απλός αόριστος
überprüfte
παθητική μετοχή
überprüft
Παραδείγματα
Der Lehrer überprüft die Hausaufgaben.
Ο δάσκαλος ελέγχει τις εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
überprüfen
über
prüfen



























