überprüfen
ü
ˈy:
υ
ber
μπ
prüfen
ˌpʁy:fɱ
πρυφμμ

Ορισμός και σημασία του "überprüfen"στα γερμανικά

überprüfen
01

ελέγχω, επιβεβαιώνω

Etwas erneut oder genau prüfen, um Fehler zu finden oder die Richtigkeit zu bestätigen 
überprüfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
prüfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überprüfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
überprüft
ενεστώτα μετοχή
überprüfend
απλός αόριστος
überprüfte
παθητική μετοχή
überprüft
Παραδείγματα
Der Lehrer überprüft die Hausaufgaben. 

Ο δάσκαλος ελέγχει τις εργασίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

überprüfen

über

+

prüfen

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store