Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übernehmen
01
αναλαμβάνω, παίρνω υπό την ευθύνη μου
Verantwortung, Aufgabe oder Kontrolle von etwas an sich nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übernehme
γ΄ ενικό πρόσωπο
übernimmt
ενεστώτα μετοχή
übernehmend
απλός αόριστος
übernahm
παθητική μετοχή
übernommen
Παραδείγματα
Sie übernimmt die Organisation der Veranstaltung.
Αυτή αναλαμβάνει την οργάνωση της εκδήλωσης.
Λεξικό Δέντρο
übernehmen
über
nehmen



























