überholt
überholt
y:bɐho:lt
ybholt

Ορισμός και σημασία του "überholt"στα γερμανικά

01

ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος

Veraltet oder durch etwas Neues ersetzt 
überholt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überholtesten
συγκριτικός βαθμός
überholter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Benutzung einer Schreibmaschine kann heutzutage als überholt betrachtet werden. 

Η χρήση μιας γραφομηχανής μπορεί να θεωρηθεί ξεπερασμένη σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store