Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überholt
01
ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
Veraltet oder durch etwas Neues ersetzt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am überholtesten
συγκριτικός βαθμός
überholter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Benutzung einer Schreibmaschine kann heutzutage als überholt betrachtet werden.
Η χρήση μιας γραφομηχανής μπορεί να θεωρηθεί ξεπερασμένη σήμερα.



























