Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
üben
01
ασκούμαι, προπονούμαι
Etwas wiederholt machen, um besser zu werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übe
γ΄ ενικό πρόσωπο
übt
ενεστώτα μετοχή
übend
απλός αόριστος
übte
παθητική μετοχή
geübt
Παραδείγματα
Ich übe jeden Tag Klavier.
Εγώ κάνω εξάσκηση στο πιάνο κάθε μέρα.



























