üben
Pronunciation
/üben/

Ορισμός και σημασία του "üben"στα γερμανικά

01

ασκούμαι, προπονούμαι

Etwas wiederholt machen, um besser zu werden
üben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
übe
γ΄ ενικό πρόσωπο
übt
ενεστώτα μετοχή
übend
απλός αόριστος
übte
παθητική μετοχή
geübt
Παραδείγματα
Sie übt viel, um besser zu werden.
Εκείνη κάνει εξάσκηση πολύ για να γίνει καλύτερη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store