Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ökonomisch
[comparative form: ökonomischer][superlative form: ökonomischsten]
01
اقتصادی
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
ökonomischsten
συγκριτικός βαθμός
ökonomischer
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die ökonomische Situation des Landes hat sich verbessert.



























